Hypnotic Nausea – “The Death Of All Religions”

Μια σκεπτόμενη, πειραματική δουλειά, που ξεφεύγει από τα τετριμμένα

0
21

Δεν έχεις πετύχει αν δεν έχεις κανέναν να σε μισεί, λέει το γνωμικό. Από αυτή την άποψη η εγχώρια rock σκηνή τα τελευταία χρόνια είναι παραπάνω από πετυχημένη. Κι αν, όπως συμβαίνει πάντα, μια μερίδα του κοινού φωνάζει απλά για να φωνάζει, υπάρχουν και κάποιοι πιο ψύχραιμοι με ουσιαστικά σχόλια επί του θέματος. Ένα από εκείνα που αντικειμενικά κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί, έχει να κάνει με την πρωτοτυπία. Ομολογουμένως, οι περιπτώσεις ονομάτων που δεν ακολουθούν πιστά τα μονοπάτια που άνοιξαν οι μεγάλοι του παρελθόντος, είναι η εξαίρεση στον κανόνα. Οι Hypnotic Nausea είναι μια από αυτές τις εξαιρέσεις.

Τα πρώτα δείγματα γραφής είχαν δοθεί πριν από τέσσερα χρόνια, στο “Hypnosis”. Ο ήχος της παρέας από το Αγρίνιο ήταν βαρύς, ατμοσφαιρικός, και πειραματικός. Δεν είχε τίποτα το απλοϊκό, τίποτα το πιασάρικο, τίποτα που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εμπορικά· τουλάχιστον όχι με την έννοια που θα ήθελε μια, όχι απαραίτητα μεγάλη, δισκογραφική. Κάποιοι θα το έλεγαν στριφνό, και δεν θα διαφωνούσα μαζί τους. Σημειώνοντας πως προσωπικά δεν θεωρώ τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό κατ’ ανάγκη αρνητικό. Σε κάθε περίπτωση, το μεράκι και οι προοπτικές ήταν εκεί, και φαίνονταν ακόμα πιο έντονα στις ζωντανές εμφανίσεις τους.

Διαφήμιση

Στο δεύτερο βήμα του, το σχήμα κάνει ένα μεγάλο βήμα μπροστά, από όποια σκοπιά κι αν το κοιτάξει κανείς. Τα βασικά συστατικά παραμένουν απαράλλαχτα, όμως αυτή τη φορά το σύνολο αποπνέει έναν διαφορετικό αέρα. Είναι σκοτεινό και heavy, με προοδευτική λογική και post αισθητική. Οι stoner λεπτομέρειες μένουν κάπου παραπίσω, χωρίς να απουσιάζουν τελείως. Δεν ξέρω αν έχει να κάνει με την εμπειρία, με την παραγωγή, με το concept ή με κάτι άλλο, αλλά ακούστε τα σερί των “Spiritual Allegiance”/”Dogma” και “Silent Moment”/”Outside” και θα έχετε πιάσει το νόημα. Οι εναλλαγές είναι καλοστημένες, τα χτισίματα λειτουργούν ιδανικά και τίποτα δεν μοιάζει πιεσμένο.

Το “The Death Of All Religions” έχει πράγματα να πει, και τα λέει με τη δική του φωνή. Σέβεται το παρελθόν της σκληρής μουσικής, χωρίς να περιορίζεται από αυτό. Μένει πιστό στις αρχές των δημιουργών του και δεν περιέχει εκπτώσεις για φθηνούς εντυπωσιασμούς. Η προσοχή που έχει δοθεί σε κάθε πτυχή του, από τους στίχους ως το artwork, είναι εμφανής. Στιγμές όπως το “Priest” ή το “Inquietum Cor” βάζουν απλά το θαυμαστικό σε ένα εξαιρετικό σύνολο. Δεν έχει νόημα να κοιτάξει κανείς αυτή τη δουλειά επιφανειακά ή ως μεμονωμένα κομμάτια. Χρειάζεται χρόνο και προσοχή, αλλά αξίζει μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτο.