Τη συνάντησα εκείνο το καλοκαίρι του 1993. Στο καφενείο του Κυριάκου στα Εξάρχεια. Ύστερα από λίγα χρόνια πέθανε κι ο Κυριάκος ξαφνικά, νεότατος, και το καφενείο έκλεισε. Καθόταν με έναν συμφοιτητή μου στην ίδια φάση μ’ αυτήν. Παίζει και να τα «είχανε», εφόσον κανείς απ’ τους δικούς της δεν μπορούσε πια να την κάνει παρέα. Η Κατερίνα είχε γίνει αγρίμι, λέει. Μπορούσε με μια στάλα αλκοόλ να σε σκυλοβρίσει χωρίς αιτία, απλά γιατί δεν θα της άρεσε η φάτσα σου. Εμένα ευτυχώς δεν με σκυλόβρισε. Ούτε χαρές μού’κανε, ούτε καμιά μεγάλη επικοινωνία είχαμε. Δεν την αναγνώρισα. Έμοιαζε με μάγισσα από παραμύθι, όπως θα την περιέγραφε λίγο μετά το μοιραίο ο Νίκος Κούνδουρος, που την είχε χρησιμοποιήσει σε μία σκηνή του «1922» του. «Ποια είναι αυτή;» έσκυψα και ρώτησα το φίλο. «Η Γώγου που έπαιζε στις ταινίες» μου απάντησε. Και πάλι δυσκολεύτηκα να την αναγνωρίσω. Μου φαινόταν αδιανόητο πως η παρακμιακή αυτή φιγούρα ήταν εκείνο το όμορφο μικροκαμωμένο κορίτσι που επαναλάμβανε τα τρομαγμένα λόγια της «κυρίας» της, της Μάρως Κοντού: «Βελόνα και κλωστή, βελόνα και κλωστή»!

Έπειτα γέμισε ένα νεροπότηρο με ούζο μέχρι απάνω. Το σήκωσε και το κατέβασε μονορούφι. Μου έριξε ένα θολωμένο βλέμμα και δυο λόγια μόνο έφυγαν απ’ τα χείλη της: «Εσύ καλά είσαι;» Καλά ήμουν. Τότε. Αυτή η σκηνή με κάνει να μη νιώθω καλά τώρα, αλλά και όποτε τη φέρνω στη θύμηση μου. Όσα χρόνια κι αν περάσουν. Ένα μήνα μετά, η σχολή κινηματογράφου είχε ανοίξει. Ήμασταν πάντα απογευματινοί και στο μάθημα του σεναρίου η, μακαρίτισσα πλέον κι αυτή, Ευγενία Χατζίκου έκανε με φανερή θλίψη την εξής δήλωση: «Δυστυχώς πέθανε η Κατερίνα Γώγου. Μόλις ανακοινώθηκε ο θάνατος της». Ταράχτηκα, σκιάχτηκα, στενοχωρήθηκα. Ξανάρθε στο νου μου εκείνη η πρώτη και τελευταία φευγαλέα μας συνάντηση λίγα μέτρα παραπέρα απ’ τη σχολή μου.

Εκείνο τον καιρό γνώρισα τον Γιώργο Κορδέλλα, έναν άνθρωπο που αγαπούσε και την αγαπούσε πραγματικά. Τους Magic de Spell, επίσης, που είχαν μπει στο trip να την μελοποιήσουν. Άκουσα ιστορίες από πολύ κόσμο της πλατείας, άλλες δυσάρεστες, άλλες χιουμοριστικές, άλλες απλά θλιβερές. Μου μπήκε η ιδέα να κάνω ένα ντοκιμαντέρ γι’ αυτήν.

Η Κατερίνα δεν ήταν πρεζάκι, έτσι όπως υποτιμητικά θα τη χαρακτήριζαν οι «υγιείς» κι οι «βολεμένοι». Με την ηρωίνη κόλλησε άσχημα τα δύο – τρία τελευταία χρόνια της ζωής της, απ’ όταν δηλαδή θέλησε να τραβήξει από την κόλαση των ναρκωτικών τη μοναχοκόρη της. Τι παράξενη πού’ναι η ζωή… Πέθανε εκείνη κι έζησε η Μυρτώ. Ο τραγικός επίλογος θα γραφόταν, όμως, και για το σπλάχνο της μόλις πριν μερικά χρόνια, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Τραγικά πράγματα…

Ο Θανάσης Νιάρχος είπε κάτι πολύ όμορφο και συγκινητικό για την Κατερίνα: «Ανάμεσα στο προβλέψιμο και το ανώδυνο, προτίμησε το απρόσμενο και το εξαιρετικά οδυνηρό. Και γι’ αυτό, ενόσω ζούσε, αλλά κι όταν πέθανε, της αξίζει κάθε αγάπη. Ούτε τιμές, ούτε τίποτα. Μόνο αγάπη».

Καληνύχτα, Κατερίνα Γώγου. Σ’ ευχαριστούμε για όσα μας έδωσες. Όσο τα χρόνια περνούν, δεν ξεχνιέσαι. Η ανάγκη να σε διαβάζουμε, έτσι όπως έγινε η κοινωνία, παρουσιάζεται πιο επιτακτική από ποτέ.

Καληνύχτα.

Αντώνης Μποσκοΐτης