Από τον Δημοσθένη Ιωάννουrocking.gr

Οι Baroness είναι Μαχητές, όσο ψηλά και αν φτάσουν από δω και πέρα… το αξίζουν

17 Ιουλίου 2012

Ο τρίτος full length δίσκος των αμερικανών sludge / progressive metallers είναι γεγονός! Ονομάζεται “Yellow & Green” και διαρκεί 75 λεπτά, αποτελώντας την πρώτη τους διπλή κυκλοφορία. Η Βαρόνη γιορτάζει και έχοντας πλέον πιο άμεσα και μελωδικά φωνητικά, μικρότερης διάρκειας τραγούδια και πιο ώριμη προσέγγιση είναι έτοιμη να γοητεύσει μεγαλύτερο κοινό. Να αναγνωριστεί σαν μία ξεχωριστή δύναμη και να εκμεταλλευτεί όλες τις ευκαιρίες που θα εμφανιστούν.

15 Αυγούστου 2012

Η περιοδεία εξελίσσεται ομαλά, μέχρι τη μοιραία και βροχερή εκείνη νύχτα… Ενώ δεν έχει περάσει ούτε ένας μήνας από την κυκλοφορία του δίσκου, το λεωφορείο που μετέφερε το συγκρότημα και το crew έπεσε από μία γέφυρα ύψους 9 μέτρων, λίγο έξω από το Bath της Αγγλίας. Όλα τα σχέδια σταματούν μονομιάς… Εννιά άτομα τραυματίστηκαν εξαιτίας της πτώσης, μεταξύ των οποίων και ο πολυτάλαντος frontman John Baizley που έσπασε αριστερό χέρι και πόδι.

25 Μαρτίου 2013

Ο ντράμερ και ο μπασίστας του συγκροτήματος ανακοινώνουν την αποχώρησή τους…

Ελάτε στη θέση τους. Αυτό δεν είναι πρόκληση. Είναι η στιγμή που η ζωή δείχνει ένα από τα σκληρά της πρόσωπα. Πόσο ακόμα θα κρατήσει η πτώση;

Η τύχη είναι με τους τολμηρούς, λένε, και οι Baroness είναι μαχητές. Έτσι, και χωρίς τη διαδικασία των audition, δύο απλά τηλεφωνήματα έφεραν δύο νέα μέλη στο προσκήνιο συμπληρώνοντας τις κενές θέσεις. Η χημεία στα μέλη δοκιμάζεται κατευθείαν σε περιοδεία και αποδίδει πέρα από κάθε προσδοκία. Η νέα σπουδαία σύνθεση του συγκροτήματος είναι γεγονός και έπειτα από έναν χρόνο προετοιμασίας, ο νέος δίσκος ονόματι “Purple” κυκλοφορεί στις…

18 Δεκεμβρίου 2015

Το εξώφυλλο κοσμεί ένας ακόμα αντιπροσωπευτικός και πανέμορφος πίνακας του John Baizley, με όλες τις αποχρώσεις του μωβ και τις αναμενόμενες θηλυκές παρουσίες να προσπαθούν να σαγηνεύσουν. 43 λεπτά συνολικής διάρκειας αυτή τη φορά και δεν υπάρχει ούτε ένα δευτερόλεπτο που να περνάει άσκοπα. Ο δίσκος είναι βαρύς, τα φωνητικά εθιστικά, η παραγωγή πλούσια και οι κιθάρες αναβλύζουν δόξα και μεγαλοπρέπεια. Το κάθε τραγούδι εξυπηρετεί ένα ρόλο, αποτελεί ένα κομμάτι του παζλ και γι’ αυτό ο δίσκος ρέει αβίαστα. Η Βαρόνη επέστρεψε και φαίνεται πιο όμορφη από ποτέ. Είναι, όμως, και πιο αποφασισμένη.

Το “Morningstar” ανοίγει τον δίσκο με τον καλύτερο τρόπο. Ένα μικρό drum γέμισμα και το μονολιθικό riff έρχεται για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Τα τυπικά Baroness φωνητικά, το πιασάρικο ρεφρέν και μία τόσο επιβλητική κιθαριστική μελωδία στη μέση του τραγουδιού δείχνουν μονομιάς τα δυνατά στοιχεία αυτής της μπάντας. Αντίστοιχη συνταγή ακολουθεί και το “Shock Me” με ακόμα πιο εθιστικό ρεφρέν και ακόμα πιο μεγαλειώδες ορχηστρικό μέρος. Το rhythm section έχει κλειδώσει και χτίζει την ένταση, οι κιθάρες ετοιμάζονται, τα εφέ χτίζουν ακόμα μεγαλύτερο suspense και κάπου στο 3:24 οι Thin Lizzy που αγαπήσαμε ξαναγεννιούνται από τις στάχτες τους. Ή ακόμα καλύτερα οι ίδιοι οι Baroness φωνάζουν σε όποιον δεν το πήρε πρέφα πως επέστρεψαν δυνατότεροι από ποτέ. Πόσο σπουδαία μελωδία είναι αυτή; Γεμάτη έμπνευση έχει τη δύναμη να σφραγίζει το συναίσθημα που ήθελαν να πετύχουν. Αυτό το συναίσθημα νίκης και αισιοδοξίας.

Σειρά έχει η κομματάρα “Try To Disappear”. Άλλο ένα φανταστικό ρεφρέν, άλλη μία σειρά από χαρακτηριστικά και βαριά riff. Εδώ είναι, όμως, που φαίνεται και το τέχνασμα της παραγωγής του David Fridmann. Ενώ οι ιδέες είναι heavy, η χροιά της μπάντας είναι περισσότερο ροκάδικη, οι κιθάρες πιο απαλές και με αυτόν τον τρόπο οι Baroness δεν πέφτουν στην παγίδα να γίνουν άλλη μία stoner μπάντα (παρόμοια στρατηγική ακολούθησαν φέτος και οι The Sword με το πολύ καλό “High Country”). Έχουν βρει το δικό τους μοναχικό δρόμο και παντρεύουν το prog με το stoner metal και το punk rock, όπως μόνο αυτοί ξέρουν.

Στη συνέχεια το “Kerosene” παρέα με το instrumental “Fugue” βγάζουν κάτι από το, μέχρι πρότινος, αγαπημένο μου “Red Album”. Ειδικά στο πρώτο από τα δύο, υπάρχουν όλες αυτές οι απρόβλεπτες αλλαγές που αγάπησα σε τραγούδια όπως το “Wanderlust”. Το δεύτερο έχει έναν Devin Townsend και λίγο jazzy αέρα, τοποθετημένο ολόσωστα στο κέντρο του δίσκου, γιατί αμέσως μετά… έρχεται το “Chlorine And Wine”. Μπείτε και ακούστε το, είναι διαθέσιμο από τον Αύγουστο. Αναμφισβήτητα από τα καλύτερα τραγούδια του συγκροτήματος και ειδικά η φωνογραμμή στο τέλος χτυπάει φλέβα παραπέμποντας, όπως θα περίμενε κανείς, στο τροχαίο ατύχημα του συγκροτήματος. Όπως στους Lamb Of God με το “512”, όπως στους Mastodon με το “Crack The Skye”, έτσι και εδώ η τραγωδία γεννά την πιο ειλικρινή και όμορφη τέχνη. Οι Baroness είναι Μαχητές, όσο ψηλά και αν φτάσουν από δω και πέρα… το αξίζουν.

Το “The Iron Bell” έχει τον δυσκολότερο ρόλο σε ολόκληρο το album και γι’ αυτό διότι ακολουθεί ένα έπος και πρέπει να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον και εξίσου ψηλά τον πήχη. Εξαιτίας, λοιπόν, του γρήγορου ρυθμού του και της ζωντάνιας του, το καταφέρνει. Άλλη μία πανέμορφη κιθαριστική ιδέα κοσμεί το μεσαίο του μέρος και εδώ είναι που οι John Baizley και Peter Adams θα πρέπει να μνημονεύονται ανάμεσα στα πιο έξυπνα δίδυμα της εξάχορδης θεάς. Ο ένας συμπληρώνει τον άλλο τόσο άρρηκτα, αρμονικά και εύστοχα που είναι αδύνατο να τους ξεχωρίσεις.

Έπειτα το “Desparation Burns” ξεκινάει με το βαρύτερο riff του δίσκου και ακολουθεί την ίδια συνταγή. Καθόλου άσχημο, απλώς όταν έχεις ακούσει έξι κομματάρες σερί, ο πήχης βρίσκεται σε δυσθεώρητα ύψη. Εδώ, λοιπόν, έρχεται το τελευταίο τραγούδι, δεύτερο μεγαλύτερο σε διάρκεια και σίγουρα το πιο δύσκολο στον δίσκο. Θα μπορούσε να θεωρηθεί μπαλάντα, στο ύφος του “…Like Clockwork” των Queens Of The Stone Age, διότι βγάζει πόνο, απαισιοδοξία και παράπονο, ενώ παράλληλα είναι μεγαλειώδες, πομπώδες και αυστηρό. Ντυμένο με πλούσια ενορχήστρωση από καμπάνες, πλήκτρα και όλα τα έγχορδα που διαθέτει η μπάντα στο οπλοστάσιό της, κλείνει το δίσκο με σοβαρότητα και περηφάνια. Έτσι όπως μόνο μία ώριμη μπάντα (ηλικιακά και μουσικά) θα μπορούσε να κάνει και ας βρίσκεται σε αντίθεση με το γενικότερο συναισθηματικό υπόβαθρο του “Purple”.

Το κόκκινο τους έμαθε να στοχεύουν την ορμή τους, το μπλε τους δίδαξε τη μαγεία του progressive rock, το κίτρινο και το πράσινο γλύκαναν τη φωνή τους, αλλά τους λύγισαν. Το μωβ, όμως, είναι το χρώμα που η Baroness θα φορέσει πιο περήφανα απ’ όλα. Είναι το χρώμα του καλύτερού τoυς δίσκου, αυτού που συγκεντρώνει όλα όσα έμαθαν στο ταξίδι τους και αυτή τη φορά βγήκαν νικητές. Αναμφισβήτητα ένας από τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς.

(Χτυπήστε ξύλο τώρα, κουνηθείτε από τις θέσεις σας, φτύστε τους να μην τους ματιάσετε γιατί οι μάγκες έχουν δρόμο μπροστά τους!)

Δημοσθένης Ιωάννουrocking.gr